τρώγε

Τρώγε!

 

Πρέπει να είναι η λέξη που έχω ακούσει πιο συχνά σαν παιδί.

Την άκουσα γλυκά, την άκουσα αυστηρά, με παρακαλετά, με ουρλιαχτά, με όλους τους τρόπους.

Ήμουν λιγόφαγο παιδί, δύσκολο στο φαγητό. Αυτή ήταν η ταμπέλα. Η αλήθεια είναι πως ήμουν μια χαρά παιδί. Αδύνατο από κατασκευής, λίγο φαγητό χρειαζόμουν και δεν μου άρεσαν τα πάντα. Μια χαρά ήταν αυτό. Όχι βέβαια για τους γονείς μου.

 

Παιδιά του πολέμου οι ίδιοι, θα πρέπει τα αδύνατα ποδαράκια μου να ξύπναγαν μνήμες  άγριες, είτε το καταλάβαιναν είτε όχι. Από μια εποχή που τα παχουλά παιδιά ήταν είδος σπάνιο, ένδειξη υγείας και καλοζωίας και, κυρίως, επιβίωσης.

Δεν τους έδωσα ποτέ αυτή τη χαρά. Φουσκωτά μπρατσάκια, τσουπωμένα μπουτάκια, μαγουλάκια για ζούληγμα, δεν χάρηκε η μαμά με μένα. Καημό το είχε. Και δώσε τα «τρώγε»  έπεφταν βροχή. Βροχή και τα δικά μου δάκρυα αλάτιζαν τις μπουκιές που μου έχωνε.

Ο μπαμπάς πιο ψύχραιμος, έλεγε δουλειά μας είναι να έχει το τραπέζι φαγητό, άστη να φάει όσο θέλει. Λύγιζε όμως  κι αυτός κάποιες φορές, μάλλον πειθόμενος στον πανικό της. «Κατοχή που σου χρειάζεται» μου έλεγε τότε. Και καλά θα μάθαινα να μην είμαι τόσο επιλεκτική. Ευχαριστώ πολύ, εννοείται πως αν πεθαίνω από την πείνα, θα φάω τα πάντα, και λοιπόν; Ποιος κάνει πρόβα για μια μέλλουσα ασιτία;

Ανάμεσα στα «τρώγε» της μαμάς και την κατοχή του μπαμπά, χάλασε ο σοφός ορεξοστάτης μου. Ξέχασα τι θέλω να φάω, πότε πεινάω, πότε σταματάω. Θέμα θανάτου κι όχι ζωής το φαγητό. Να τρώω για να μη φοβάσαι, για να μη φοβάμαι. Να τρώω για να μη με χάσεις, για να μη σε χάσω, να μη με χάσω. Να είμαστε όλοι ασφαλείς. Μπουκωμένοι κι ασφαλείς.

Ησυχάζουμε μπουκιά με τη μπουκιά. Χαλαρώνουμε και αισιοδοξούμε. Νομίζουμε ότι απολαμβάνουμε, ενώ απλά καταπίνουμε δάκρυα και προωθούμε χαμόγελα.

Άλλο ένα συμβόλαιο που έχω να λύσω. Είναι η ώρα. Καλώς τηνε κι ας άργησε. Όχι άλλη αγωνία στο τραπέζι μου, όχι άλλος φόβος στο πιάτο μου.

Μαμά μου, έζησα και έζησα καλά. Και ζω και θα ζω όσο μου αναλογεί. Μπορώ να τρέφομαι και να θρέφομαι. Το φαγητό μου είναι μόνο αυτό. Δεν είναι η αγκαλιά σου, η ηρεμία σου, η ασφάλειά σου. Το έχω, δεν με έχει. Το επιλέγω, δεν με επιλέγει. Είναι όλα καλά μαμά, μπορείς να ησυχάσεις, όπου κι αν είσαι. Μαθαίνω να απολαμβάνω, να χαίρομαι, να ηρεμώ με χίλιους άλλους τρόπους.

Μπαμπά μου, ήμουν απ’ τα τυχερά παιδιά. Δεν γνώρισα τις ασχήμιες και τις ελλείψεις του πολέμου, δεν θέλω να ζω με τον φόβο της στέρησης σφηνωμένο στις κρυφές δίπλες του μυαλού μου, να με ελέγχει χωρίς καν να το αντιλαμβάνομαι. Καμιά κατοχή δεν μου χρειάζεται. Σε κανέναν δεν χρειάζεται και μακάρι ποτέ κανείς να μην τη ζει, ποτέ και πουθενά. Δεν μπορώ να σταματήσω την ανέχεια και τον πόλεμο παντού σ’ αυτή τη γη, αλλά μπορώ να διαγράψω μέσα μου τις μνήμες τις δικές σου. Κι αυτές, ήρθε η ώρα να ξεκουραστούν.

Καλή όρεξη. Για μένα, Για όλους. Καλή «καλή μας όρεξη».