Του κάτη το ραχάτι

Του κάτη το ραχάτι

Δεν ξέρω να ξεκουράζομαι. Το ομολογώ.

Το κάνω, αλλά δεν είναι από τα δυνατά μου, ούτε απ’ τα εκ των ουκ άνευ. Χρειάζεται να έχω πάντα το νου μου, για να ελέγξω αν το κάνω αρκετά. Αν δεν διπλοτσεκάρω επί τούτου, θα ξεχάσω να κάνω τις απαραίτητες σ’ όλους μας παύσεις.

 

Όπως υπάρχει το κληρονομικό χάρισμα, έτσι και το κληρονομικό κουσούρι. Γιατί η έλλειψη ικανότητας για ξεκούραση κουσούρι είναι, δεν κοροϊδεύω πια τον εαυτό μου. Το 'χω στολίσει, βέβαια, ανά διαστήματα με φορεσιές φανταχτερές το κουσουράκι μου, για να μη φαίνεται η έλλειψη και ο καταναγκασμός μου.

Το βάφτισα εργατικότητα, το έκρυψα πίσω από τη σημαντικότητα της δράσης μου, το στρίμωξα περίτεχνα μέσα στη δήθεν σημασία των έργων μου, σε κάποια ανάγκη που πάντα δήθεν το απαιτούσε. Τα πάντα για να παραμένω σε κίνηση. Λες κι ό,τι σταματάει, πεθαίνει. Πάντα σε κίνηση, σε δράση, κυνηγώντας έναν προορισμό που όσο τον πλησιάζεις απομακρύνεται και, όταν τον φτάνεις, πας σε άλλον.

Και το απόλαυσα για χρόνια αυτό. Δεν το έβλεπα καν σαν ελάττωμα, σαν έλλειψη. Περίεργο το πώς ομορφαίνουμε στο νου τις μάσκες μας. Πώς τους αλλάζουμε όνομα και τις φοράμε. Μέχρι που ξεχνάμε πως δεν μας αφήνουν να αναπνεύσουμε, μας κρύβουν, μας πονάνε. Κι εμείς, χαμογελάμε.

Έκανα σε σχετικά μικρή ηλικία τις συνδέσεις ευτυχώς. Αναγνώρισα, στην ανάγκη μου για συνεχή δράση και κίνηση, μια ολόκληρη γενιά μικρασιατών προγόνων του πατέρα μου και την αγωνία τους να συνεχίζουν να περπατούν, μέχρι να βρούν τόπο ασφαλή, για να δημιουργήσουν νέα ζωή απ’ την αρχή. Αν σταματούσαν όντως θα πέθαιναν, βιολογικά ή κοινωνικά.

Αλλά και μέσα από τη μητρική καταγωγή μου, άλλη μια γενιά αναγκαστικής εσωτερικής μετανάστευσης, από την Κρήτη αυτή τη φορά, για τη μεγάλη πόλη, αναζήτησαν καλύτερη ζωή, με εφόδιο την εργατικότητα, την υπομονή και την επιμονή.

Πώς μεταφέρει τις πληροφορίες το ψυχικό μας dna ! Και καταλήγει να μας οδηγεί να ζούμε όπως τότε, όπως εκείνοι. Εκτός χρόνου και τόπου βέβαια, χωρίς καν να το παρατηρούμε, ζούμε στους ίδιους ψυχικούς ρυθμούς, υπακούμε στις ίδιες – άκυρες πλέον – εντολές.

Ραχάτι - μια λέξη καταπληκτική, που υιοθέτησε η μικρασιάτικη αλλά και η κρητική ντοπιολαλιά, πήρε μια άσχημη χροιά στην οικογένειά μου. Έγινε συνώνυμο τεμπελιάς, ανημποριάς και αχρηστίας.

Ραχάτι – μια λέξη αρχοντική, δηλωτική της απόλαυσης της απραξίας, της απουσίας βιασύνης και έντονης προσπάθειας. Πόσο της αξίζει να αποκατασταθεί και να έχει μια ξεχωριστή θέση στη ζωή μας.

Του κάτη το ραχάτι, λένε στην Κρήτη. Και πράγματι κανένα ζώο δεν θα μπορούσε να έχει τιμήσει την έννοια της απολαυστικής απραξίας όπως η γάτα. Απόλαυση χωρίς ενοχή, χωρίς δικαιολογία, χωρίς «επειδή κουράστηκα πολύ και το αξίζω». Απόλαυση δικαίωμα. Απόλαυση μέρος της ζωής. Απόλαυση ύμνος στη ζωή και τις μικρές υπέροχες χαρές της.

Δεν ξέρω να ξεκουράζομαι, το ομολογώ. Το ξεχνάω συχνά. Χρειάζεται να μου το θυμίζω. Θέλει συνεχή υπενθύμιση η κυτταρική μας μνήμη, για να κρατηθούμε στη ζωή που επιλέξαμε και όχι στο πώς μάθαμε να ζούμε.

Επιλέγω του κάτη το ραχάτι, σαν μέρος της ζωής κι αυτό. Υπέροχη, αργόσυρτη, απολαυστική, αρχοντική ξεκούραση. Κι ας το ξεχνώ συχνά πυκνά κι ας πρέπει να μου το θυμίζω.

Να ραχατεύεις πού και πού. Η γη – το έχω διαπιστώσει – γυρίζει και χωρίς εμάς, το μόνο σίγουρο.

* Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο στην Αγνή, τη φίλη που μου θύμισε, με τον γλυκό διεισδυτικό της τρόπο, πως ξέχασα ξανά να ραχατεύω.